Θαύμα του Αγίου Σπυρίδωνα το 1946 στην πομπή της λιτανείας του ιερού λειψάνου που πλημμύριζε τα στενά με φως!
Ημέρα: 11 Αυγούστου 1946
Τόπος: Κέρκυρα
Πηγή έμπνευσης: (αποσπάσματα από το βιβλίο: «Ο Άγιος Σπυρίδων Ο Θαυματουργός», Έκδοση Ιεράς Μονής Παντοκράτορος Σωτήρος Χριστού Κερκύρας)
Στις 11 Αυγούστου του 1946, στην Κέρκυρα, η πομπή της λιτανείας του ιερού λειψάνου του Αγίου Σπυρίδωνα πλημμύριζε τα στενά με φως, θυμίαμα και δάκρυα συγκίνησης. Ανάμεσα στους πιστούς που είχαν προστρέξει με ευλάβεια, μια γυναίκα… –Η Αικατερίνη Υφαντή, σύζυγος του Βασιλείου Υφαντή από τα Ιωάννινα– βίωνε τη δική της Γεθσημανή. Επί οκτώ ολόκληρα χρόνια ζούσε μέσα στη σιωπή και την ακινησία. Έχοντας υποστεί δύο διαδοχικά εγκεφαλικά επεισόδια, είχε χάσει τη φωνή της, ενώ το δεξί της χέρι και πόδι είχαν παραλύσει. Οι γιατροί, παρά τις προσπάθειες, δεν μπόρεσαν να της προσφέρουν ελπίδα.
Στερημένη από κάθε ιατρική λύση, η γυναίκα αυτή στράφηκε στο μόνο που της απέμενε: την πίστη. Μέσα στην ερημιά του πόνου, αναστέναξε με όση δύναμη της είχε απομείνει και ψέλλισε, σχεδόν ανεπαίσθητα: «Άγιος Σπυρίδων». Αυτές οι δύο λέξεις –μια προσευχή και κραυγή μαζί– έγιναν το σάλπισμα ενός θαύματος που ετοιμαζόταν να φανερωθεί.
Ο άντρας της, συγκινημένος από τη βαθιά της επιθυμία, οργάνωσε αμέσως το ταξίδι. Με τη βοήθεια του γιου τους, την τύλιξαν προσεκτικά σε μια κουβέρτα και τη μετέφεραν πρώτα στην Ηγουμενίτσα και από εκεί με βάρκα στην Κέρκυρα. Από το λιμάνι, την μετέφεραν μέχρι την εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα. Έφτασε το απόγευμα της παραμονής, ανήμπορη να κινηθεί ή να μιλήσει. Εκεί, πάνω στις κρύες πλάκες του ναού, πέρασε όλη τη νύχτα. Προσευχόταν σιωπηλά, ενώ τα δάκρυά της έσταζαν σαν θυμίαμα επάνω στο μαρμάρινο δάπεδο.
Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα καθώς ο Άγιος περνούσε…
Το επόμενο πρωί, κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας, κοινώνησε, μεταφερόμενη από τους δικούς της στα χέρια. Όταν άρχισε η λιτανεία, την τοποθέτησαν κοντά στα κάγκελα του ναού, για να μπορέσει να δει το άγιο λείψανο. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα καθώς ο Άγιος περνούσε. Προσπάθησε να μιλήσει, να ψελλίσει έστω μία λέξη, αλλά η φωνή δεν έβγαινε. Μόνο η ψυχή της μιλούσε.
Καθώς η λιτανεία πλησίαζε προς το τέλος της, έκανε νόημα στον άνδρα της να τη μεταφέρει μπροστά στα σκαλιά του Πρεσβυτερίου. – Εκεί ακριβώς από όπου θα περνούσε το ιερό λείψανο. Οι αστυνομικοί προσπάθησαν να την απομακρύνουν, αλλά βλέποντας τα δάκρυά της και τη βαθιά της ταπείνωση, την άφησαν να παραμείνει εκεί.
Και τότε, μέσα στη σιωπή, καθώς το ιερό λείψανο του Αγίου Σπυρίδωνα πέρασε από πάνω της, ο ουρανός φάνηκε να ανοίγει. Μερικά λεπτά αργότερα, η γυναίκα ένιωσε σαν να λυόταν κάτι μέσα της. Μια ζεστή ροή φωτός ανέβηκε από το παράλυτο πόδι της… Ενώ η γλώσσα της, που είχε σιωπήσει οκτώ χρόνια, λύθηκε ξαφνικά.
Δόξα σοι, Άγιε μου Σπυρίδων!
«Δόξα σοι, Άγιε μου Σπυρίδων!», ψιθύρισε καθαρά, με φωνή που δεν πίστευε ότι είχε ακόμη. Έπειτα κινήθηκε. Το πόδι που ήταν ακίνητο επί τέσσερα χρόνια, υπάκουσε. Στηρίχθηκε στο στασίδι, σηκώθηκε όρθια, και άρχισε να περπατά. Ο ναός βούιξε από συγκίνηση. Οι πιστοί έκλαιγαν, οι ιερείς δάκρυζαν, και οι καμπάνες ήχησαν με τρόπο διαφορετικό, σαν να μαρτυρούσαν οι ίδιες τη θεία δύναμη που μόλις είχε ενεργήσει.
Το θαύμα της Αικατερίνης Υφαντή επιβεβαιώθηκε από πλήθος ανθρώπων – ιερείς, γιατρούς, πολίτες, άνδρες και γυναίκες κάθε τάξης. Όλοι την είδαν να μιλά, να κινείται, να περπατά με σταθερά βήματα. Από εκείνη τη μέρα, η ζωή της άλλαξε για πάντα.
Η πίστη της ήταν πίστη καρδιάς, ζεστή, σταθερή, γνήσια – μια πίστη που υπάκουσε στον Θεό ακόμη και μέσα στη δοκιμασία. Και αυτή η πίστη, ενωμένη με τη χάρη του Αγίου Σπυρίδωνα, έγινε η γέφυρα που συνέδεσε την ανθρώπινη αδυναμία με τη Θεία δύναμη.
Το θαύμα της 11ης Αυγούστου 1946 είναι μια ζωντανή απόδειξη ότι ο Θεός ενεργεί εκεί όπου η ανθρώπινη λογική τελειώνει.
πηγή: sostis.gr

